3 Αυγούστου 2014

Τα φωνήεντα των κοχυλιών


Α΄ βραβείο ποίησης στους Παγκρήτιους λογοτεχνικούς αγώνες 2000
 του Δήμου Ηρακλείου. 


  α


Ανηφόρισα με το τελευταίο αστέρι
το μονοπάτι της ανατολής
ψηλά στο χείλος του κόσμου
και στάθηκα τον γλυκό ύπνο του ονείρου ν' αγναντέψω.

Σμιλεμένες των χεριών οι γραμμές
απο τον μπάτη του πρώτου μας αγγίγματος
και μια θάλασσα γλαυκή
απ' της απαντοχή μας τον άσπιλο ουρανό.

Νύχτες που επιστρέφουν μέσα σε μια νύχτα
με την ανασαιμιά τους ζεστή ακόμα απ' το χάδι του πεύκου
και της καρδιάς ο χτύπος που όλο με ξεγελά
και τρέχω στο παραθύρι να σε δω ν' ανοίγεις ήσυχα
του κήπου μας τη φεγγοβολή.

Αχ ετούτη η γη λες και προσμένει τα βήματα μας
πλάι να πορευτούν για να φανερώσει τους δρόμους της.

Κι οι ώρες τούτες κύματα στο στήθος μου αγριεμένα
να τους μιλώ τη γλώσσα του Μαγιού
και της ψυχής το χάραμα
μαρμαρυγή πασπαλισμένη απ' της αντάμωσης τη γύρη.



β

Ποιός καιρός ποιά βιολετί νοσταλγία
ποιά φωνή γλιστρά με τη βροχή στο παραθύρι σου
ασημένια λύπη που' χει της αγάπης τις δυό όψεις.
Το σκοτάδι που ονειρεύεται το φως απάνω σ' άσπρο άλογο
και το φως που αργοσβήνει πίσω απ' τα βουνά
με την αθιβολή της νύχτας.

Λάμπουσα εσύ με το νερό και το μαχαίρι
στέκεις εκεί και πίσω σου στεριές αλμυρές
κι απάνω στην άμμο μια χρυσή λαμπηδόνα
που μοιράζει στις πυγολαμπίδες
τα μονοπάτια, τους γκρεμούς
και τα γιοφύρια της αγάπης.

Παιδί των βράχων και της πράσινης απανεμιάς
κόρη της σελήνης που σωπαίνει μ' εμπιστοσύνη
όταν ο ουρανός στέκει μια ανάσα απ' το μέτωπό της.

Κι όταν ψιλαφιστά στην ερημιά
αναζητώ τη μυρωδιά σου για να μονιάσω
ένα σπουργίτι με φιλεύει τότε ταπεινά
τους λιγοστούς καρπούς του
πάνω σε φύλλο που' γραψε ο κεραυνός
τον λόγο του Θεού.
Το ναι , το όχι
το ακόμα, το ίσως
το πάντα, το ποτέ.
Κι εκεί στην άκρη του μίσχου
του Αιόλου το βούκινο που αποδιώχνει τα σύννεφα.

γ

Ξετύλιξα τη σκέψη μου για σένα
στις χούφτες των αιώνιων θαλασσών
κι εκείνες τα πικρά τους κύματα δαμάζοντας
στα γυμνά μου πόδια γύρανε σαν φλοίσβος
το όνομα σου ψιθυρίζοντας.
Στάθηκαν και τ' αηδόνια στ' ακροδάχτυλά μου
κι ό,τι χνάρι άφηνε πίσω της η κάθε λέξη
στης εικόνας σου το θρόισμα
το πήρανε στο ράμφος τους και το' καναν τραγούδι.

Και το μάθαν τα βουνά, οι κάμποι
τα στενορύμια των αχνοφωτισμένων χωριών
η πρωινή δροσιά, το λυχνάρι του δειλινού
η γαλάζια βάρκα στο μικρό λιμάνι
και το παλιό τραπέζι κάτω απο απο τον πλάτανο.

δ

Βρήκα για σένα έναν ουρανό κι ένα αστέρι
χρόνια πολλά ψάχνοντας μέσα σε θύελλες και αστραπές
κι ένα γράμμα μικρό απ' τις λευκές μου σελίδες
να το συναντάς τυχαία να κρέμεται στο πόμολο της πόρτας σου
στα ρούχα που φοράς
να σκαλώνει στο χτενάκι των μαλλιών σου
ή να λάμπει βροχής σταγόνα
στα σιωπηλά σου χείλη.

Κι εσύ έναν ήλιο γελαστό
τα μικρά μου πέταλα να γέρνουν χρυσωμένα
αχτίδα ζεστή στης χρυσαλλίδας μου το ετοιμόγεννο σκοτάδι
π' όλο υφαίνει το μετάξι για να στρωθεί ο ερχομός σου.
Κι άλλη πνοή θαρρώ δεν έχω
απ' το να κρατώ την ανάσα μου
τις ώρες που πλαγιάζεις κουρασμένη
το μέλι και το γάλα του καλοκαιριού συνάζοντας
στης αγάπης το απύθμενο τάσι.
Το νυχτικό σου ράβοντας σταυροβελονιά
μην τυχόν και μουσκέψει τον ύπνο σου
της λησμονιάς η πάχνη.

ε

Έρχεται κάποτε και στάζει στις άκρες των μαλλιών
το παράπονο του δυόσμου και του βασιλικού.
Το λατρευτό κι αβάσταχτο χρίσμα της ευωδιάς
που ατέρμονα σκαρφαλώνει
σ' ασβεστωμένους τοίχους μοναχικών σπιτιών
που αρνήθηκαν το λίγο του κόσμου.
Κιι έπλασαν στους λειμώνες της καρδιάς τους
δωμάτια ζεστά κι αυλές δροσερές
παιδιά που' χουν τόπι τους τον ήλιο και το φεγγάρι
κι ιστορίες απο χώρες μακρινές
δυό βήματα απ' τα νυχτιάτικα σκεπάσματα.
Κι όσα δεν στέρξανε να ανακαλύψουν το θεμέλιο που τα βαστά
ξύπνησαν κι είδαν τις πόρτες τους κλειστές
απο το σώμα του κισσού, την καμινάδα σβηστή
και τη σκάλα τoυ μπαλκονιού γκρεμισμένη.

ζ

Θα' ναι χρόνια που πρωτανταμώσαμε.
Θυμάμαι τη γιαγιά να μου διηγείται
τους δρόμους που διαβαίνουμε
τα λουλούδια που όταν κοιμόμασταν στης ερημιάς το κρεβάτι
όρισαν τα βλέμματα τον χρόνο και τον τόπο.
Κι ύστερα τις τραμουντάνες με τις στριγγές φωνές και τα ξέμπλεκα μαλλιά
τ' αγριεμένα κύματα π' ανέβαιναν ψηλά ως το παραθύρι
το μαργαριτάρι στο βυθό
τον πηλό που σηκώνεται απ' της θέλησης το χέρι
και το πινέλο στη γωνιά με τα χρώματα της ίριδας.

Καμωμένοι κι οι δυό
απ' της μοναξιάς το άγιο χώμα
κει που πατούν της αλήθειας οι λαβωμένοι
και περνούν στην αντίπερα όχθη.

Και δεν γύρεψα τίποτα που να μην είσαι εσύ.
Κι ό,τι πασχίζω εγώ, να' μαι φως αυγινό
σαν ανοίγεις τα μάτια.

η

Χρόνους τώρα τιμωρούσμε την τύχη μας
μέσ' το παράπονο κλεισμένοι.
Τα κύματα όμως και χωρίς εμάς
σμίγαν αδιάκοπα τη μια θάλασσα με την άλλη.
Μα έρχεται κάποτε ο καιρός μεσ΄τη βαθιά σιωπή
και τον κουρνιαχτό των χαλασμάτων
για να σταθεί ηνίοχος τη ελπίδας
κρατώντας σφιχτά σαν γκέμια τις φουσκωμένες φλέβες μας.

Κι αστράφτει πάνω στο αίμα
για να καλπάσει στης νέας γης το χώμα
κει που τα μάτια απ' αρχής αντικρίζουν τον κόσμο
και μαθαίνουν σωστά να μιλούν.

Κι είναι το άλφα και το ωμέγα του αγαπώ
ο πρώτος λόγος κι ο στερνός
ψηλά στης ζωής τον φωταγωγημένο τρούλο
και στο δισταύρι που σμίγουν γυμνές γύρω απο τη φωτιά του νου
σε χορό αδελφικό η ελπίδα και η απελπισιά.

θ

Μα έλα...
Τίποτα δεν περιμένει πιά.

Όλα έστω και μακριά στο δρόμο μας στέκουν.
Οι ορίζοντες, οι ώρες
ένας καρπός που ζητά χέρι να τον αδράξει.
Όλη η ζωή, ένα παιδί που γυρεύει στόμα να το φωνάξουν
μια ρίζα που ψάχνει χώμα ν' απλωθεί.

Όλα μακρινά μέχρι ν' απλώσεις τα δυό σου χέρια
κι όλοι οι καιροί
στην άγια θέληση της καρδιάς.

ι

Τι φέρνουν οι μέρες, τι οι ώρες;
Ερημοκκλήσι η θύμηση με τάματα και κεριά αναμμένα
με προσευχές μυρωμένες.
Σκαλισμένα στο τέμπλο τα μονογράμματα της ελπίδας
και η μοίρα του Θεού απ' τ' ανθρώπινα χείλη κρεμασμένη.

Τι σφυρίζει η καλαμιά, τι τα σπαρτά;

Σκορπά τ' ασήμι της στον άνεμο η ελιά
κι ανοίγει νυχτολούλουδο η αγκαλιά
τι τον κόσμο ολάκερο να κρατήσει.

Δέντρο ανθισμένο η αγάπη
στο χείλος του γκρεμού της καρδιάς.

Κοίτα...τούτο το ταξίδι
απ' των παιδιών τις καλημέρες βαφτισμένο
ονειρεύεται τις νύχτες ωκεανούς
και τη μέρα τους διαπλέει.

Όρθια στην πλώρη εσύ με τα φωνήεντα των κοχυλιών
στο μεσσιανό κατάρτι εγώ με την πυξίδα στο στήθος
και το δοιάκι ν' ανθοβολά.

Πέτρα την πέτρα χτίζοντας
στο νού και την καρδιά
της χαράς τη χαμένη πατρίδα.

ια

Έτσι κρατώ σαν φλάμπουρο της απουσίας την ανεμώνα
πρωτοβρόχι στου μεσημεριού τη δίψα
και μέλισσα στου πόθου τον ανθό
αφού έτσι κι αλλιώς της αγάπης ο κόπος
είναι απ' το σκοτάδι το φως να γεννήσεις
κι απ' τα χνάρια το αίμα να σμίξεις.

Πως αλλιώς αφού σ' αγαπώ
κι οι ώρες μου τις ώρες σου ανασαίνουν.
Πως αλλιώς αφού δεν μιλώ σε τίποτα
που να μην αποκρίνεσαι εσύ.

Κι ό,τι πασχίζουμε μαζί
του κόσμου το πρόσωπο απ' την αρχή.
Δυο σώματα σφιχτά αγκαλιασμένα
ψηλά στο ανεμοστάσι της αθανασίας.